Στις νέες φυτείες
Μόνο από μισθοφόρους οι κόκκινες στρατιές
Και ποδοβολητά στων ποιητών τις ράχες
Ριπές οι μέρες γάζωναν τα τελευταία στάχυα
Ο ένας καθρέφτης έσταζε μετά τον άλλον αίμα
Και χνώτο ραγισμένο
Εν σωτηρίω έτει
Αμίλητα γεννιούνται τα παιδιά ‘βγάζουν νυχάκια
Κι αφρίζουνε κακό οι γενέθλιοι τόποι
Θεών και ανέμων
Εν σωτηρίω έτει
Ανατριχιάζει ο μυστηριακός μες στο εικόνισμα
Στιλβώνουν τα χαϊμαλιά τού θαύματος οι νεωκόροι
Τάμα σου τάζω! Τάμα!
Αντήχησε το χαϊδεμένο κι έταξε μέλι ελάτης
Εν σωτηρίω έτει
Κάπνισαν μαύρα όλα μαζί τα μανουάλια πυρωμένα
Κι άστραψαν οι κιθάρες στεντόρειες χορδές
Πάνω στ’ ανδρείκελα που συνωστίζονταν
Πρώτα τραπέζια πίστα κι οι πίσω όρθιοι
Τα ίδια όλοι ήθελαν με βουλιμία
Να φτιάξουνε κοιλιά
Και πρόσωπα λουστραρισμένα
Δια χειρός γνωστού χειρούργου
Εν σωτηρίω έτει
Κανείς δεν είδε τις χορδές που άναψαν
Μονάχα ένας στη γωνία που είχε στήσει
γιορτή ο σκοτεινός
«ορκίσου τη ζωή σου!»
ούρλιαξαν οι χορδές και έσπασαν
πάνω στους πλαστικούς μαστίγια
σήκωσε το ποτήρι:
Στου λόγου μου το αληθές οργώνω
Τα κομποδέματα του μύθου σπέρνω
Στις άγουρες φυτείες μου φυτρώνω
Της νύχτας τη βροχή καρποφορώ
Εσύ
αηδόνι
Και ποδοβολητά στων ποιητών τις ράχες
Ριπές οι μέρες γάζωναν τα τελευταία στάχυα
Ο ένας καθρέφτης έσταζε μετά τον άλλον αίμα
Και χνώτο ραγισμένο
Εν σωτηρίω έτει
Αμίλητα γεννιούνται τα παιδιά ‘βγάζουν νυχάκια
Κι αφρίζουνε κακό οι γενέθλιοι τόποι
Θεών και ανέμων
Εν σωτηρίω έτει
Ανατριχιάζει ο μυστηριακός μες στο εικόνισμα
Στιλβώνουν τα χαϊμαλιά τού θαύματος οι νεωκόροι
Τάμα σου τάζω! Τάμα!
Αντήχησε το χαϊδεμένο κι έταξε μέλι ελάτης
Εν σωτηρίω έτει
Κάπνισαν μαύρα όλα μαζί τα μανουάλια πυρωμένα
Κι άστραψαν οι κιθάρες στεντόρειες χορδές
Πάνω στ’ ανδρείκελα που συνωστίζονταν
Πρώτα τραπέζια πίστα κι οι πίσω όρθιοι
Τα ίδια όλοι ήθελαν με βουλιμία
Να φτιάξουνε κοιλιά
Και πρόσωπα λουστραρισμένα
Δια χειρός γνωστού χειρούργου
Εν σωτηρίω έτει
Κανείς δεν είδε τις χορδές που άναψαν
Μονάχα ένας στη γωνία που είχε στήσει
γιορτή ο σκοτεινός
«ορκίσου τη ζωή σου!»
ούρλιαξαν οι χορδές και έσπασαν
πάνω στους πλαστικούς μαστίγια
σήκωσε το ποτήρι:
Στου λόγου μου το αληθές οργώνω
Τα κομποδέματα του μύθου σπέρνω
Στις άγουρες φυτείες μου φυτρώνω
Της νύχτας τη βροχή καρποφορώ
Εσύ
αηδόνι
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου