Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

Αέρας


Ο άνεμος, λένε, είναι σιωπηλός και μόνο όταν βρίσκει στο δρόμο του εμπόδια αποκτά αίσθηση ενσάρκωσης. Ο άνθρωπος, λένε, είναι σιωπηλός και μόνο όταν ο άνεμος περάσει από μέσα του αποκτά φωνή. Όπως εκείνο το βιβλικό: και ενεφύσησεν εις τους μυκτήρας αυτού πνοήν ζωής και έγεινεν ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν.
Αμνιακό υγρό, ζωή ψαριού, αμφίβιου, θηλαστικού. Το πρώτο κλάμα. Ο πόνος του αέρα μέσα σου. Διάταση πνευμόνων, αίσθημα πνιγμού κι αργότερα η μια αναπνοή διαδέχεται την άλλη. Όλη σου η ζωή μια αντανακλαστική λειτουργία. Εισπνοές και εκπνοές σε επανάληψη. Η βρεφική αναπνοή διαδέχεται το ασθενικό καλούπι του ενήλικα. Άλλη ποιότητα αέρα. Άλλος ρυθμός. Με τον καιρό, κάθε συναίσθημα βρίσκει την δική του αναπνευστική ταυτότητα. Η μέσα πνοή που μας θερμαίνει, μας δροσίζει, μας ταράσσει ή μας ηρεμεί. Ο ίδιος άνεμος από την πρώτη ημέρα του κόσμου περνά από στόμα σε στόμα, αγγίζει βουνά, πόλεις και θάλασσες.
Μοιρασμένες αναπνοές, μοιρασμένα μυστικά, μοιρασμένες αλήθειες. Εκείνο που με θρέφει, την ίδια στιγμή με καταστρέφει. Οξυγόνο σημαίνει οξειδώνω. Η πρώτη και η τελευταία αναπνοή, το πέρασμά μας απ’ αυτόν τον κόσμο. Αναπνέω σημαίνει υπάρχω. Σημαίνει σκέφτομαι και εκφέρω λόγο. Σημαίνει τραγουδώ και ελπίζω. Αναπνέω σημαίνει τίποτα δεν έχει ακόμα τελειώσει και όλα κάποια στιγμή τελειώνουν. Σημαίνει ενθουσιάζομαι, μοχθώ, πονάω, θλίβομαι, νικώ. Μόνο ο έρωτας, λένε, μπορεί να σου κόψει για λίγο την ανάσα κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή…
[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΛΥΚΟS
τ. 54 | σελ. 6]

Άνευ προηγουμένου


Κατά κανόνα, οι άνθρωποι γουστάρουν αρκετά
τις ιστορίες με βρομιές

Michel Houellebecq

Ασφουγγάριστες επιφάνειες. Αποτυπώματα ποδιών και μυστικοί αεροδιάδρομοι ιπτάμενων αντικειμένων. Λεπιδόπτερα, κουνούπια και αερομαχίες πάνω από στόμια και χαραμάδες. Οι σκιές δεν είχαν χώρο πουθενά. Απομακρύνθηκαν πριν ακόμα κλείσουν κουφώματα και κουρτίνες. Κάποια γυναίκα καλλιεργεί επιθυμίες μέσα σε πολύχρωμα κουτιά απορρυπαντικών. Αναμοχλεύει τελετουργικά χημικές προσμίξεις κι αρωματίζει τον χώρο με ανεπαίσθητες εκκενώσεις λεβάντας και λεμονιού. Αργότερα, ημίγυμνα και ημιδιαφανή σώματα παλεύουν μες στο σκοτάδι, ιδρωμένα κάτω απ’ το χνούδι μηρών, χεριών και στήθους. Επιμελημένο σκηνικό κάθε επίδοξης φαντασίας. Νωρίς το πρωί, πάνω στις ίδιες στεγνές επιφάνειες υδρατμοί αργόσυρτων εκπνοών σπάζουν λίγο-λίγο τη σιωπή, σχηματίζοντας σιδηροδρόμους διεθνών μεταφορών, πολυσύχναστα εμπορικά λιμάνια και χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων χωρίς χρέωση και ενσύρματα συστήματα παρακολούθησης. Ελευθερία με άρωμα λεβάντας και λεμονιού άνευ προηγουμένου.

[Η σύγκρουση συντελέστηκε πολύ κοντά στο σημείο επαφής των ανώτερων στρωμάτων της γήινης ατμόσφαιρας με τα τοξικά αέρια κάποιου άγνωστου μέχρι πρότινος πλανήτη, ονόματι xcoelis. Από τα συντρίμμια περισυλλέχθηκε μόνο ένας κάλυκας οργανικής ύλης, καθώς κατέπεσε πάνω σε κάτι τρυφερό σαν ανθρώπινο δέρμα. Οι ειδικοί, όπως αρμόζει σε κάθε υγιής κοινότητα σκεπτόμενων όντων, αδιαφόρησαν για τις συνέπειες του φαινομένου, χαρακτηρίζοντάς το απρόοπτη σύμπτωση ή μεμονωμένο εξωγήινο περιστατικό.]
[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

Ανάγκη για συγχώρεση


Είναι αυτά
τα πεσμένα στους αστραγάλους καλτσάκια
και η τσάντα στην άκρη του τραπεζιού
που λένε πως δεν μεγάλωσες
πως ποτέ δε θα μεγαλώσεις
πως πάντοτε
πριν το ξημέρωμα
ο ήλιος θα κουρνιάζει στα δάχτυλα σου ανάμεσα
εξαντλώντας έτσι
την πιο μεγάλη του ανάγκη
για συγχώρεση…

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

"Η Τρύπια"





"Η Τρύπια"


Βασικά η μητέρα μου την είχε πατήσει, διότι όταν ο πατέρας μου την πήρε δεν ήτανε παρθένα. Αυτή η καημένη δεν του το είπε από την πρώτη στιγμή, διότι ντρεπόταν και όταν έγινε η πράξη, εκείνος παραξενεύτηκε που δεν υπήρχε πόνος και αίμα και όταν τελείωσε, σαν γνήσιος επιβήτορας, σηκώθηκε πάνω από το στερημένο κορμί της, και άρχισε να την βρίζει διότι όπως της είχε πει, άλλο περίμενε και άλλο βρήκε. Αυτή η αντίδρασή του την είχε πληγώσει και αισθανόταν ένοχη , έτσι έμεινε αμίλητη και κουρνιασμένη στο ερωτικό κρεβάτι μετά την πράξη, χωρίς να έχει φθάσει καν στον οργασμό. Αυτό κοστολογήθηκε αρνητικά από τον πατέρα μου, που ήθελε όπως έλεγε μια"καθαρή" και όχι μια “τρύπια”. Και δεν το είχε πει μόνο τότε, αλλά δεν παρέλειπε να το λέει σε κάθε καυγά σαν φοβερό ψεγάδι, το οποίο της αφαιρούσε το δικαίωμα να μιλάει και να υπερασπίζεται τον εαυτό της. Της το πέταγε κατάμουτρα ασχέτως, αν εκείνος από την άλλη μεριά, καυχιόνταν για τις ερωτικές του επιτυχίες.


Όταν ήμουν μικρή δεν καταλάβαινα καθόλου αυτό το “τρύπια” και φανταζόμουν ότι είχε σχέση με την φτώχεια και τα τρύπια ρούχα , αλλά πάλι δεν μου κόλλαγε και τόσο διότι η μητέρα μου είχε καταφέρει με την δουλειά της να είναι περιποιημένη και προσεγμένη και αν την έβλεπε κάνεις ποτέ δεν θα την έλεγε φτωχή πολύ περισσότερο με τρύπια ρούχα.

Ο παράδεισος




Ο παράδεισος

Παράδεισος, μια μυστηριώδης λέξη, μια λέξη η οποία δείχνει ότι παλιά, πολύ παλιά υπήρχε ένας όμορφος τόπος όπου ο άνθρωπος ζούσε ευτυχισμένος. Και δεν ήταν μόνο ένας μύθος εβραϊκός, αλλά ήταν ένας μύθος που απλωνόταν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, που ξεκινούσε από την Μεσόγειο και έφθανε μέχρι την Πρόσω Ασία. Και δεν ήταν ένας τόπος όπως πολλοί πιστεύουν σαν το «Κήπο της Εδέμ» αλλά ένας τρόπος ζωής, μια μορφή ζωής. Και δεν ήταν ένας τρόπος ζωής ο οποίος βασιζόταν στην αφθονία και τον πλούτο, αλλά ένας τρόπος ζωής που βασιζόταν στην λιτότητα, Ήταν ένας κόσμος άχρονος, ένας κόσμος ατάραχος, σταθερός, χωρίς ανάγκες και απαιτήσεις. Ένας κόσμος ήπιος και αξιοπρεπής, χωρίς ιδιαιτερότητες, χωρίς ιδιοτροπίες, χωρίς ατομικότητα, χωρίς εγωκεντρισμό, χωρίς ιδιοκτησία, χωρίς απληστία και κλοπή Οι αρετές αυτού του κόσμου δεν ήταν αρετές του ατόμου, της προσωπικότητας, διότι η προσωπικότητα δεν υπήρχε. Η εξάρτηση ήταν τόσο μεγάλη που κανένας δεν μπορούσε να συλλάβει την ιδέα του ατόμου, της προσωπικής αυτοδυναμίας, αλλά γνώριζε μόνο τις αρετές του συνόλου, τις αρετές της ομάδας.
πίνακας:Georgia O Keeffe

Η Λόρα,


Η Λόρα,ερχόταν μετά την δουλεία μου, κατά τις έντεκα το βράδυ. Τις περισσότερες φορές την περίμενα στο μπαλκόνι και την έβλεπα από τον πέμπτο όροφο να φθάνει μέσα από τα έρημα πεζοδρόμια, ανάμεσα από τα κουφάρια που κυλιόταν κάθε βράδυ στις όχθες του σιδηροδρομικού σταθμού Πάντα όταν έφτανε κάτω από το μπαλκόνι, έριχνε μια ματιά προς τα πάνω για να δει αν την περιμένω και να της ανοίξω πριν χτυπήσει το κουδούνι και εγώ καρφωμένος εκεί την έβλεπα , την έβλεπα χαρούμενη και κουνιστή με την τσάντα της γεμάτη με τα φοιτητικά της συγγράμματα στον ώμο, να μου στέλνει το χαμόγελο της, με τα λευκά δοντάκια να γυαλίζουν στην βρώμικη νύχτα. Έμπαινε μέσα περνώντας πρώτα από την αγκαλιά μου. Την άφηνα μετά να μου εξιστορήσει τα γεγονότα της ημέρας, καθισμένη στις κίτρινες πολυθρόνες με το τεράστιο χαμόγελο της να σκεπάζει το μυαλό μου σαν μεταξένιος μαντύας , και να απλώνεται απαλά , απαλά πάνω στις συνάψεις. Μετά την πλησίαζα σιγά και την ξανά έκλεινα στην αγκαλιά μου, ή άλλες φορές, ερχόταν αυτή και καθόταν επάνω στα πόδια μου κολλώντας το νεανικό κορμάκι της στο δικό μου Και τα δύο κορμιά δεν αργούσαν να κυλιστούν στο ερωτικό άβυσσο που μας περίμενε λίγα μέτρα από την καρέκλα. Για κρεβάτι χρησιμοποιούσαμε τρία στρώματα , το ένα δίπλα στο άλλο έτσι ώστε να κυλιόμαστε οριζόντια και κάθετα χωρίς κανένα περιορισμό στις κινήσεις και στις στάσεις που μπορούσαμε να πάρουμε
Η νύχτα μύριζε τα υγρά του έρωτα που κυλούσαν ακατάπαυστα, πάνω σ' εκείνα τα στρώματα. Σεντόνια μουσκεμένα , μαξιλάρια τσαλακωμένα πεταμένα στην άκρη . Κορμιά που λαμπύρισαν μέσα στο αχνό φως ενός γερασμένου πορτατίφ , το σκεπάζαμε μ' ένα απαλό ινδικό μαντίλι σε χρώμα μοβ και κίτρινο ενώ το μαγνητόφωνο έπαιζε σιγά μελωδίες της τζαζ., ενώ άγγελοι ερχόταν τα πρωινά να κουβαλήσουν τον ύπνο στα κουρασμένα βλέφαρα της σάρκας, την ώρα που το ανοιξιάτικο πρωινό ξύπναγε την γερασμένη πόλη κάτω από τα πόδια μας. Την ώρα που τα αμάξια βόγκαγαν στο ξεκίνημα της ημέρας . Εκείνη την ώρα εμείς, πέφταμε εξαντλημένοι πίσω από το κίτρινο στόρι του παραθύρου που ξεχείλιζε το σωμάτιο με μια πορτοκαλί θαμπάδα και ήταν σαν να αρμενίζουμε ανάσκελα στις κοιλάδες του παραδείσου. Πίσω από αυτό το στόρι νόμιζα πως δεν ανήκαμε σε αυτό τον κόσμο αλλά σε έναν άλλο, όπου τα μενεξεδένια δέρματα του έρωτα κατέφευγαν για να μην τα αγγίξει η αγριότητα της πόλης, η αγριότητα του αναγκαστικού πρωινού της τετριμμένης καθημερινότητας.
πίνακας: Vladimir Kush

Το άγαλμα της μητέρας


Περνάω, πάλι μόνος μπροστά από το άγαλμα της μητέρας. Αφημένο πάνω στο κρεβάτι του νοσοκομείου και με την ματιά να χαϊδεύει το γερασμένο τοπίο. Γενάρη μήνα πλησίασε η τρέλα στο κελί της και δεν είχε τίποτα για να κρυφτεί από την ψυχιατρική. Με πληγωμένη όραση σήκωσε το κορμί πάνω από τους πλανήτες του νοικοκυριού της μετά το δίπλωσε, το λύγισε, το πέρασε μέσα από της κατακόμβες και σύρθηκε στα δημόσια πάρκα για να λιαστεί για να δει ανθρώπους να πηγαινοέρχονται άσκοπα, να πιάσει συζητήσεις γύρω από τον καιρό .
Περνάω πάλι μόνος, μπροστά από το άγαλμα της μητέρας με την ματιά της να χαϊδεύει το γερασμένο τοπίο Και εγώ μέρος του τοπίου αυτού είμαι, και νιώθω το χάδι της στο παιδικό κεφαλάκι μου και νιώθω τα ζεστά φιλιά της ακόμα και όταν αυτή δεν είναι εκεί.
Βλέπω να της περνούν το σφυγμό, μέσα στο μεσημέρι, την ώρα που ραδιοφωνικοί διαγωνισμοί χάριζαν δώρα σε πρωτοχρονιάτικα κουφάρια ευκαιριών.
Σε κανένα δεν είπε ότι βγαίνει στο πάρκο και ότι εκεί είναι καλοκαίρι, ότι περπατάει όπως παλιά ανάμεσα στα παρτέρια και μιλάει με ανθρώπους της ηλικίας της, για πράγματα όμορφα και απλά.
Σε κανένα δεν το είπε.
Είδε το εξεταστικό βλέμμα του γιατρού την ώρα που ξέσφιγγε το μπράτσο και άφηνε τις γέρικες φλέβες να ξαναγεμίσουν με το αίμα τους, αλλά δεν προδόθηκε καθόταν όπως πάντα στην θέση της με την μάτια να χαϊδεύει το τοπίο μιας πρωτόγνωρης ανατολής. Κανείς δεν είχε καταλάβει ότι δεν ήταν εκεί. Ότι το βλέμμα της είχε πετρώσει είχε γίνει μια κοκκινωπή πέτρα που ένα παιδικό χέρι θα την πετούσε στην αιωνιότητα. Και το χέρι αυτό ήταν δικό μου. Ναι το χέρι ήταν δικό μου. Και αυτό ούτε και εγώ το είχα καταλάβει.
Περνάω πάλι μπροστά από το άγαλμα της μητέρας, ή η μητέρα περνάει μπροστά από το δικό μου βλέμμα. Είμαι στο κρεβάτι του νοσοκομείου και οι γιατροί είναι σκυμμένοι από πάνω όπως τότε έσκυβαν από πάνω της. Εκείνη, την είδα ζωγραφισμένη στον απέναντι τοίχο. Στην φούχτα της ένιωσα ότι κρατούσε μια κοκκινωπή πέτρα που αναγνώρισα ότι ήταν δικιά μου. Μου έκανε νόημα να την πιάσω. Πετάχτηκα επάνω και την πείρα από πίσω. Περπάτησα πίσω της, ανάμεσα στα παρτέρια που έφτιαχνε το βλέμμα της, ανάμεσα στους δρόμους που είχε ανοίξει πενήντα χρόνια πριν για να περπατήσω εγώ. Και εκεί είδα τους φίλους της. Αραχνοΰφαντους κρεμασμένους στον ήλιο για να στεγνώσουν. Μιλούσε μαζί τους χωρίς να ακούγεται μιλιά. Τα λόγια όμως γινόταν αντικείμενα που αιωρούνταν γύρω τους και όσο μιλούσαν τόσο βγαίναν από το στόμα τους αντικείμενα και πλήθυναν τόσο που την κρύψανε και έπαψα να την βλέπω. Είχε θαφτεί κάτω από τόνους αντικειμένων που αυτή δημιουργούσε
Σε κανένα δεν είπα ότι βγαίνω στο πάρκο και ότι εκεί είναι καλοκαίρι και ότι συνομιλώ με ανθρώπους της ηλικίας μου. Ότι εκεί βρίσκω το άγαλμα της μητέρας δίπλα στο δικό μου άγαλμα. ΄
πίνακας: Vladimir Kush